-ας

ονοματική κατάληξη της νέας Ελληνικής, η οποία χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό αρσενικών πρωτοκλίτων αντί των αρχαίων δευτεροκλίτων σε -ος (πρβλ. έγγονας, εύζωνας, κάβουρας, κάπελας, κότσυφας, μάγειρας, Φίλιππας). Ο μεταπλασμός προήλθε κατά τα γείτονας, δαίμονας, κόρακας κ.λπ. με αναλογική επίδραση του κοινού πληθ. σε -οι (πρβλ. γειτόνοι, δαιμόνοι, κοράκοι-εμπόροι, εφόροι, μαγείροι κ.ά. Ειδικότερα, με βάση τη γενική πληθ. που τονιζόταν στην παραλήγουσα (των δαιμόνων = των εμπόρων), τριτόκλιτα αρσενικά σχημάτισαν αναλογικά τον πληθ. σε -οι, -ους καθώς και τη γεν. ενικού σε -ου (πρβλ. οι δαιμόνοι, τούς δαιμόνους, του δαιμόνου κ.λπ.) κι έτσι συνέπεσαν με τους αντίστοιχους τύπους των δευτεροκλίτων αρσενικών σε -ος (τους δαιμόνους = τους εμπόρους, οι δαιμόνοι = οι εμπόροι / οι έμποροι, του δαιμόνου = του εμπόρου κ.τ.ό). Τέτοια ονόματα, που είχαν εν τω μεταξύ μετασχηματιστεί σε -ας στην ονομαστική ενικού (ο γείτονας, ο δαίμονας, ο κόρακας), χρησίμευσαν ως βάση για τον μεταπλασμό σε -ας της ονομαστικής ενικού μερικών δευτεροκλίτων: ο έμπορας (< ο έμπορος), ο μάγειρας (< ο μάγειρος), ο έφορας κ.ο.κ. Κατάληξη ονομαστικής αρσενικών ουσιαστικών που προήλθαν με μεταπλασμό από τα παλαιά τριτόκλιτα σε -υ, -ρ, -ς (πρβλ. πατέρας, χειμώνας, ήρωας έναντι των αντιστοίχων πατήρ, χειμών, ήρως). Κατά τον Γ. Χατζιδάκι, ο μεταπλασμός ξεκίνησε από την αιτιατική. Συγκεκριμένα, ήδη κατά τους μεταγενέστερους χρόνους, το -ν της αιτιατικής, επειδή παρείχε το αίσθημα χαρακτηριστικού ληκτικού μορφήματος της αιτ. εν., επεκτάθηκε και στην αιτ. εν. των τριτοκλίτων ονομάτων (αρσενικών και θηλυκών), πρβλ. τον πατέρα-ν, τον άνδραν, την θυγατέραν κ.λπ. (αντί τον πατέρα, τον άνδρα, την θυγατέρα κ.λπ.). Στη συνέχεια, λόγω του ότι η νεοσχηματισμένη αιτ. αρσενικών -αν συνέπιπτε προς την ήδη υπάρχουσα αιτ. εν. -αν των αρσενικών πρωτοκλίτων ονομάτων (δηλ. τον πατέραν = τον ταμίαν), σχηματίστηκε και η κατάλ. ονομ. εν. -ας αναλογικά προς την αντίστοιχη κατάλ. -ας των πρωτοκλίτων (δηλ. ο πατέρας, ο ταμίας). (Το ίδιο έγινε και στα θηλυκά, όπου από την αιτιατική ενικού, που συνέπιπτε στα πρωτόκλιτα και τα τριτόκλιτα, την γυ ναίκαν = την ημέραν, μεταπλάστηκε υποχωρητικά η ονομαστική των τριτοκλίτων και έληξε σε -α: η γυναίκα || η ημέρα
η ελπίδα [< ελπίς] η εβδομάδα [< εβδομάς] κ.ο.κ.].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.